ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Ο Τομ Κρουζ επιβεβαιώνει το σίκουελ του «Top Gun»

ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ ΕΔΩ: ΑΡΧΙΚΗ / ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ / ΘΕΜΑΤΑ
11:46
30/3

Γουόρεν Μπίτι: Ένας προβοκάτορας ετών 80

Ηθοποιός με συμμετοχή σε αριστουργηματικές ταινίες, ανήσυχος δημιουργός και πολιτικά δραστήριος, ο Γουόρεν Μπίτι αποτελεί μία από τις πλέον ενδιαφέρουσες προσωπικότητες του Χόλιγουντ. Το cinemag.gr του εύχεται χρόνια πολλά και σας προτείνει τις δυο πιο τολμηρές, προβοκατόρικες (και καλύτερες) σκηνοθετικές του δουλειές.

Ναι ήταν ο άνθρωπος που συμμετείχε στο φιάσκο των φετινών Όσκαρ και τη λάθος απόδοση του Βραβείου Καλύτερης ταινίας στο «La La Land», αλλά δεν είναι δίκαιο να τον θυμάστε γι' αυτό. Ο Γουόρεν Μπίτι είναι ο δημιουργός, σκηνοθέτης, σεναριογράφος που έχει προσπαθήσει στο παρελθόν να ορθώσει παράστημα και να «υπονομεύσει» το Χόλιγουντ εκ των έσω. Πως; Με τις ταινίες του. Κι αν δεν μας πιστεύετε, διαβάστε παρακάτω ή καλύτερα αναζητήστε τις.

Οι Κόκκινοι (1981)

Ακόμη και σήμερα αυτή η βιογραφική ταινία γύρω από τα έργα και τις ημέρες του Τζον Ριντ, πιστού υπηρέτη του κομουνιστικού ιδεώδους και συγγραφέα του βιβλίου «Δέκα Μέρες που Συγκλόνισαν τον Κόσμο» με θέμα την Οκτωβριανή Επανάσταση, συναρπάζει χάρη στις αντιφάσεις που το γέννησαν.

Δεδηλωμένος αριστερός, ο Γουόρεν Μπίτι κατάφερε να προσελκύσει το απαιτούμενο υπέρογκο κεφάλαιο και τους πλέον πρωτοκλασάτους σταρ (Νταϊάν Κίτον, Τζακ Νίκολσον και φυσικά ο ίδιος στον αβανταδόρικο ρόλο του Τζον Ριντ) ώστε να πραγματοποιήσει ένα όραμα που τον βασάνιζε επί χρόνια. Και σαν να μην έφτανε αυτό, οδηγήθηκε με όχημα μια ταινία «ύποπτων» αποχρώσεων σε – όντως – δώδεκα οσκαρικές υποψηφιότητες και τρία κερδισμένα αγαλματίδια (μέσα σε αυτά και το βραβείο σκηνοθεσίας για τον εαυτό του).

Με την ίδια ακριβώς λογική, οι αντιφάσεις ταλαιπωρούν και το εσωτερικό της ταινίας. Από τη μία πλευρά, οι θυελλώδεις προσωπικές ιστορίες, τα ερωτικά δράματα και η ενίοτε υπερβολική εστίαση στα διλήμματα της Λουίζ Μπράιαντ, συντρόφου και συνοδοιπόρου του Ριντ. Από την άλλη, το εξίσου θυελλώδες πολιτικό σκηνικό, οι ατελείωτες προστριβές στην σκακιέρα των σκοπιμοτήτων, η διαρκώς ματαιούμενη μεγάλη αμερικανική επανάσταση.

Και κάπου ανάμεσα, ως δάνειο από το σινεμά βεριτέ, τα πρόσωπα που γνώρισαν τον πραγματικό Τζον Ριντ να καταθέτουν την μνήμη τους αλλά και την ίδια την φθαρμένη παρουσία τους. Γι’ αυτό και δεν πρέπει να μας ενδιαφέρει, εάν ο Γουόρεν Μπίτι ήθελε να συνδυάσει το ειδικό με το γενικό ή απλώς τις επιταγές της οικονομικής λογοκρισίας με το προσωπικό του όραμα. Το θέμα είναι ότι το κατάφερε χωρίς την ιστορική ακριβολογία ενός Κεν Λόουτς αλλά με περίσσιο πάθος. (Κωνσταντίνος Σαμαράς)

Bulworth (1998)

Παραμονές των αμερικανικών εκλογών, και κατόπιν μιας σφοδρής συνειδησιακής κρίσης, ένας υποψήφιος γερουσιαστής του κόμματος των Δημοκρατικών αναθέτει σε κάποιον να τον δολοφονήσει.

Η υποψία και μόνο ότι πρόκειται σύντομα να πεθάνει μετατρέπει τον πρώην δημαγωγό πολιτικό σε έναν οργισμένο και επιθετικά ειλικρινή ρήτορα ο οποίος εκτοξεύει πλέον μόνο αλήθειες και πολλές φορές τις χωράει μέσα σε αθυρόστομες και καταιγιστικές ρίμες της ραπ μουσικής, αναστατώνοντας τους μελλοντικούς του ψηφοφόρους, τα μέλη της παράταξής του και τους συνεργάτες και χορηγούς του.

Ηθοποιός και δημιουργός ο οποίος ουδέποτε έκρυψε τις φιλελεύθερες πεποιθήσεις του, ο Γουόρεν Μπίτι κατορθώνει στην πιο αιχμηρή και διασκεδαστική ταινία του μια ανελέητη κριτική στα κακώς κείμενα του δημόσιου βίου και στην υποκρισία των πολιτικών θεσμών.

Κωμωδία καυστική και υποψιασμένη, το «Bulworth» απογειώνεται σταδιακά σε μια πανηγυρική επίδειξη κυνισμού και αναίδειας απέναντι σε κάθε κατεστημένο. Ανάμεσα στα κοροϊδευτικά γέλια και τις τραγελαφικές καταστάσεις που διηγείται καταφέρνει, εντούτοις, κάτι μοναδικό: εκεί που οι υπόλοιπες ταινίες του είδους προτίμησαν να περάσουν από το θέμα τους αλλά να μην αγγίξουν, αυτή χτυπά ακριβώς εκεί που πονά, τολμώντας να θίξει καίρια και ιδιαίτερα καυτά ζητήματα με παροιμιώδες θράσος.

Το γεγονός ότι το φιλμ προήλθε από χολιγουντιανό στούντιο και όχι μόνο κατόρθωσε να ολοκληρωθεί χωρίς λογοκριτικές επεμβάσεις, αλλά έφτασε να διεκδικήσει και μια υποψηφιότητα για Όσκαρ Καλύτερου Πρωτότυπου Σεναρίου αποτελεί από μόνο του ένα επίτευγμα. (Λουκάς Κατσίκας)