ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Day #1: 18o Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου! Τα highlights της Πέμπτης 23 Μαρτίου

ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ ΕΔΩ: ΑΡΧΙΚΗ / ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
9:46
23/10

Blade Runner - Επιστροφή στο μέλλον

25 χρόνια μετά τα περιπετειώδη γυρίσματα, την καταστροφική πορεία στις αίθουσες και την αδικαιολόγητη επίθεση που δέχτηκε η ταινία του από τους κριτικούς, ο Ρίντλει Σκοτ αποφασίζει να πει την τελευταία κουβέντα σε μία από τις πιο εμβληματικές δημιουργίες στην ιστορία του φανταστικού σινεμά. Παραδίδοντας την πιο οριστική και αμετάκλητη εκδοχή του γι αυτήν. Το ΣΙΝΕΜΑ είδε το «Βlade Runner: The Final Cut» και μίλησε me τον σκηνοθέτη και τους πρωταγωνιστές.

Κείμενα - Συνεντεύξεις : Λουκάς Κατσίκας

Paranoid Android - H ιστορια του blade runner

Rough Cut


Η ιστορία είναι πλέον μυθική, όσο και η ταινία που την γέννησε. Στις αρχές της δεκαετίας του 80, ταλαντούχος Αγγλος σκηνοθέτης με άκρως προσοδοφόρα θητεία στον τομέα της διαφήμισης και φρέσκος από την επιτυχία της δεύτερης μόλις ταινίας του, «Αλιεν: Ο Επιβάτης Του Διαστήματος», αναλαμβάνει να μεταφέρει στην οθόνη ένα δύσκολο βιβλίο του Φίλιπ Κ. Ντικ. Τίτλος του, «Ονειρεύονται Τα Ανθρωποειδή Ηλεκτρικά Πρόβατα;». Πρωταγωνιστής του, ένας λακωνικός αστυνομικός που κυνηγά τεχνολογικά προηγμένα ανθρωποειδή σε ένα σκοτεινό Λος Αντζελες του 21ου αιώνα, με σκοπό να τα εξοντώσει.

Το στοίχημα που έβαζε ο σκηνοθέτης με τον εαυτό του ήταν πολύ μεγάλο. Θα επιχειρούσε το πρώτο κινηματογραφικό του βήμα σε αμερικανικό έδαφος, με μια ταινία που απαιτούσε μεγάλο απόθεμα προσπάθειας και φαντασίας από μέρους του. Θα χρειαζόταν να συνεργαστεί με μεγάλο στούντιο, πράγμα που επιφύλασσε εξαρχής μια υποψία συμβιβασμού. Θα έπρεπε να προσαρμόσει τις εμπορικές απαιτήσεις της Warner Bros, εταιρείας παραγωγής του φιλμ, στο παράτολμο όραμα που είχε βάλει στο μυαλό του. Τέλος, θα είχε να αντιμετωπίσει τις προσδοκίες του τότε κοινού που είναι λογικό να περίμενε από μια ταινία με πρωταγωνιστή τον Χάρισον Φορντ τίποτα λιγότερο από μια χορταστική περιπέτεια (όπως οι «Κυνηγοί Της Χαμένης Κιβωτού») ή ένα εντυπωσιακό έπος επιστημονικής φαντασίας (σαν τον «Πόλεμο Των Αστρων»). Αυτό που είχε φανταστεί ο Σκοτ, παρ όλα αυτά, με το «Βlade Runner» ήταν κάτι πολύ πιο σύνθετο και πολύ πιο ιδιαίτερο απ ότι είχαν αποτυπώσει στα μπλοκάκια με τις σημειώσεις τους οι υπεύθυνοι του στούντιο. Εμπνευσμένος στυλιστικά από το «Μetropolis» του Φριτς Λανγκ, την τολμηρή αισθητικά κόμικ τέχνη του Μοέμπιους, τη χαώδη αρχιτεκτονική πόλεων όπως το Τόκιο και το Χονγκ Κονγκ αλλά και από το θέαμα που παρουσίαζε νύχτα το βιομηχανικό σκηνικό πλάι στο οποίο μεγάλωσε, ο σκηνοθέτης κατάφερε με έναν προϋπολογισμό μόλις 28 εκατομμυρίων δολαρίων να δημιουργήσει ένα μεγαλειώδες φουτουριστικό σύμπαν. Στην εκθαμβωτική δυστοπία που έχτισε το σκοτάδι είναι διαρκές, η αστική γεωμετρία θηριώδης, ο πληθυσμός ένα πολυφυλετικό χωνευτήρι, η τεχνολογική πρόοδος ανεξέλεγκτη, η παντοδυναμία των πολυεθνικών εταιριών σαρωτική, η βροχή πέφτει ανελέητα και η αποξένωση μοιάζει πλήρης σε έναν κόσμο όπου οι μηχανές μοιάζουν περισσότερο γήινες και περισσότερο αληθινές από τους ίδιους τους ανθρώπους.

Το φιλόδοξο και σύνθετο σχέδιο περατώθηκε μέσα από εξουθενωτικά γυρίσματα, συνεχείς διαπληκτισμούς ανάμεσα στον σκηνοθέτη, μέλη του συνεργείου αλλά και τον ίδιο τον Φορντ και ένα γενικότερο άγχος, μια και το κόστος άρχισε από ένα σημείο και μετά να ξεφεύγει από το προβλεπόμενο ποσό, ο χρόνος κυλούσε εις βάρος των πάντων και η ανυπομονησία του στούντιο κορυφωνόταν. Υπό καθεστώς μεγάλης πίεσης, ο Σκοτ παρέδωσε ένα αριστοτεχνικό όσο και απόλυτα πεσιμιστικό όραμα του μέλλοντος. Το εικονογραφικό του απόγειο ήταν παντρεμένο με ένα έξοχο φιλοσοφικό στοχασμό επάνω στην ουσία της ανθρώπινης φύσης, ο οποίος δανειζόταν ευρηματικά από θρησκευτικές και μυθολογικές πηγές. Αποσβολωμένοι οι executives από μια πρώτη ματιά στην ταινία συνειδητοποίησαν ασφαλώς ότι δεν ήταν καθόλου η εμπορική περιπέτεια φαντασίας που περίμεναν. Για τον λόγο αυτό έσπευσαν να την τεστάρουν με το γνωστό χολιγουντιανό σύστημα των δοκιμαστικών προβολών. Τα αποτελέσματα στάθηκαν, εντούτοις, ολέθρια.

Εκτός από μια μειοψηφία φανατικών του σινεμά φαντασίας που έμειναν συνεπαρμένοι από αυτό που είδαν, οι υπόλοιποι θεατές δήλωσαν δυσκολία στο να παρακολουθήσουν την πλοκή, αμηχανία μπροστά στους αντισυμβατικούς ρυθμούς και διαθέσεις του φιλμ και δυσαρέσκεια απέναντι σε ένα ανοιχτό φινάλε που δεν παρείχε την παραμικρή ανακούφιση από τον διάχυτο πεσιμισμό της υπόλοιπης ταινίας. Τρομοκρατημένη από τις αντιδράσεις, η Warner Bros επέβαλε στον Ρίντλεϊ Σκοτ δυο λύσεις που έμελλε να αποβούν καθοριστικές για τη μετέπειτα μυθολογία του «Βlade Runner». Η πρώτη λύση ήταν να προστεθεί μια επεξηγηματική αφήγηση που θα εξωτερίκευε τις σκέψεις του ντετέκτιβ ήρωα σε μια προσπάθεια να απλουστεύσει τη «φορτωμένη» και «προβληματική» ίντριγκα. Η δεύτερη και πιο καταστροφική λύση ήταν να επιβληθεί ένα εκβιαστικό χάπι εντ που έμοιαζε παντελώς ξένο και άσχετο με τη συνολική ατμόσφαιρα και κλίμα του φιλμ. Την αφήγηση -που γράφτηκε αμέτρητες φορές από τους δυο σεναριογράφους της ταινίας- ανέλαβε να περατώσει ένας εξοργισμένος Χάρισον Φορντ, ο οποίος όχι μόνο είχε διαφωνήσει εξαρχής με την πιθανότητα ενός voice-over αλλά και βρισκόταν τώρα αναγκασμένος να εκφωνεί κάθε φορά και από μια διαφορετική εκδοχή του, μέχρις ότου βρισκόταν η πιο ταιριαστή. Οσον αφορά το φινάλε, εξαιτίας περιορισμών που είχαν να κάνουν με την υπέρβαση του budget, ο Σκοτ υποχρεώθηκε να ανατρέξει στο αρχείο της εταιρείας και να χρησιμοποιήσει πλάνα από τους εναρκτήριους τίτλους της «Λάμψης» που ο Κιούμπρικ είχε αφήσει εκτός μοντάζ.

Το «Βlade Runner» κυκλοφόρησε στις αμερικανικές αίθουσες την 25η Ιουνίου του 1982, σχεδόν ταυτόχρονα με την πρεμιέρα του «Εξωγήινου» που επρόκειτο να μονοπωλήσει συντριπτικά τις ανά τον πλανήτη εισπράξεις εκείνης της χρονιάς. Με εχθρικές στην πλειοψηφία τους κριτικές και έχοντας ως αντίπαλο το εισπρακτικό μεγαθήριο του Στίβεν Σπίλμπεργκ, η τύχη του μελλοντολογικού έπους ήταν μάλλον προδιαγεγραμμένη και επιβεβαιώθηκε με την πλήρη συντριβή του στα ταμεία. Θεωρούμενο ως αποτυχία από τη μεριά της παραγωγής, το φιλμ περιορίστηκε σε δευτερεύον κύκλωμα αιθουσών για να εξαφανιστεί πολύ σύντομα και κανείς να μην ξαναμιλήσει για καιρό επ αυτού. Από το 1982 και έπειτα, ο Ρίντλεϊ Σκοτ άρχισε να κουβαλά το «Βlade Runner» μαζί του, όχι ως προσωπική πληγή αλλά ως ανοιχτό λογαριασμό που ήταν γραπτό να κλείσει οριστικά μόλις φέτος.

 

Final Cut


25 χρόνια μετά την ολέθρια κυκλοφορία του, τίποτα δεν έχει παραμείνει ίδιο για το «Βlade Runner». Κάτι παράξενο συνέβη στον δρόμο προς τη βέβαια λήθη και η καταραμένη ταινία απέκτησε αιφνίδια, θέση ανάμεσα στις πέντε σπουδαιότερες δημιουργίες φαντασίας που έγιναν ποτέ. Το «Βlade Runner» άρχισε σταδιακά να ξεπερνά τον περιοριστικό καλτ χαρακτήρα του για να αναγορευτεί σε αντικείμενο λατρείας από έναν μαζικό αριθμό θεατών που το επισκέπτονταν τακτικά, αναλύοντας εξαντλητικά τις αρετές και την πλούσια σε συμβολισμούς ιστορία του. Την ίδια ώρα, όλο και περισσότερες ταινίες αντλούσαν από το πλούσιο αισθητικό και εικονογραφικό ντεπόζιτο του φιλμ, συγκροτήματα της μουσικής του απηύθυναν πολλαπλούς φόρους τιμής μέσα από τραγούδια τους, αμέτρητα βιντεοκλίπ μιμούνταν τις εικόνες του, ενώ η νεοσύστατη κουλτούρα του Κυβερνοπάνκ που μεσουράνησε για το μεγαλύτερο μέρος του 80 αγκάλιαζε την ταινία ως το απόλυτο ευαγγέλιό της.

Οταν μια κόπια από την αρχική, «τραχιά» βερσιόν της ταινίας διέρρευσε κατά λάθος από τα αρχεία της εταιρείας και προβλήθηκε σε κεντρική αίθουσα του Λος Αντζελες, κάποια στιγμή στα τέλη της δεκαετίας του 80, το ζήτημα της ριζικής αποκατάστασης σε μια δημιουργία που τύχαινε πλέον μαζικής αποδοχής και πλούσιας παραφιλολογίας ανακινήθηκε ξανά. Κατόπιν αυτού, ο Σκοτ αποφάσισε το 1992 να κυκλοφορήσει τη δική του εκδοχή στο φιλμ- εκείνη που είχε απορριφθεί μια δεκαετία πριν από το στούντιο. Το «Directors Cut» αποχωριζόταν δια παντός τα δυο βασικότερα μειονεκτήματα του προκατόχου του: την παντελώς περιττή αφήγηση και το εκβιαστικό χάπι εντ. Το ολοκαίνουριο «Βlade Runner» κορυφωνόταν σε ένα σαφώς πιο διφορούμενο φινάλε, ενώ μέσω μιας αναπάντεχης σκηνής ονείρου άφηνε σαφέστατα υπονοούμενα για το ενδεχόμενο ο ίδιος ο Χάρισον Φορντ να ήταν επίσης ανδροειδές στην ταινία. Το ανανεωμένο φιλμ κυκλοφόρησε σε ευρύ κύκλωμα αιθουσών, οι εισπράξεις του ήταν αυτή τη φορά θερμές και πολλοί από τους κριτικούς που το είχαν στηλιτεύσει στην πρώτη του έξοδο, τώρα αναθεωρούσαν. Ακόμη κι έτσι, ωστόσο, η τελευταία κουβέντα από μέρους του σκηνοθέτη δεν είχε ειπωθεί.

Είκοσι πέντε χρόνια μετά, αγκαζάροντας την τελευταία λέξη της τεχνολογίας, ο Σκοτ αποφάσισε να ετοιμάσει την απόλυτη εκδοχή στο μελλοντολογικό του νουάρ. Αφαίρεσε τεχνικά λάθη που παρέμεναν όλον αυτό τον καιρό ορατά στα μάτια των πιο παρατηρητικών θεατών, ψαλίδισε σκηνές που τραβούσαν σε μάκρος για να εξυπηρετήσουν το voice-over, ξαναγύρισε τη σκηνή του θανάτου της Τζοάνα Κάσιντι όπου ο αντικαταστάτης της ηθοποιού φαινόταν ξεκάθαρα στο πλάνο, επεξεργάστηκε εικόνα και ήχο και πρόσθεσε μικρές αλλά πολύτιμες λεπτομέρειες σε σκηνές-κλειδιά της ταινίας, όπως εκείνη όπου, λίγο πριν σκοτώσει τον δημιουργό του, ο Ρούτγκερ Χάουερ απευθύνεται σε αυτόν με την λέξη «father» αντί για «fucker» που ακούγαμε μέχρι πρότινος. Το «Βlade Runner: The Final Cut» έκανε πρεμιέρα στο πρόσφατο φεστιβάλ Βενετίας, αυτές τις μέρες διανέμεται για περιορισμένο χρονικό διάστημα στις αμερικανικές αίθουσες και τον Δεκέμβρη κυκλοφορεί παγκοσμίως σε μια εκπληκτική deluxe έκδοση πέντε dvd. Μέχρι τότε αφήνουμε τους βασικούς του συντελεστές να μας πουν δυο λόγια...

 

Blade Runner x 7: Οι επτά εκδοχές μίας ταινίας


* Η εκδοχή που βγήκε στις αμερικάνικες αίθουσες το 1982 και η οποία ξανακυκλοφόρησε το 1992 ως «10th Anniversary Εdition».

* Η κόπια εργασίας (1982) που προβλήθηκε σε δοκιμαστικές προβολές και φεστιβάλ.

* Το International Cut του 1982, το οποίο περιέχει περισσότερες σκηνές βίας.

* Η τηλεοπτική εκδοχή της ταινίας του 1986, η οποία ξαναμονταρίστηκε για να «ταιριάξει» στις απαιτήσεις του τηλεοπτικού κοινού.

* Το Directors Cut του 1991που προβλήθηκε σε κινηματογραφικά φεστιβάλ με την άδεια του ίδιου του Ρίντλεϊ Σκοτ.

* Το επίσημο Directors Cut του 1992 που προέκυψε από την κόπια του 1991.

* To Final Cut του 2007 που συμπίπτει με την 25η επέτειο της ταινίας και θα κυκλοφορήσει σε DVD, HD-DVD και Blu-Ray τον Δεκέμβριο.

 

Ονειρεύονται τα ανδροειδή ηλεκτρικά πρόβατα; Η ζοφερή κληρονομιά του «Βlade Runner»


Aπό τότε που ο Ρόι Μπάτι, μια ρέπλικα σχεδιασμένη να ηγείται των ομοίων του (άριος, αλάνθαστος, ψυχρός), έκλεισε τα μάτια στη βροχή, μια ολόκληρη στρατιά ανθρώπων συγκλονισμένη, έπαιρνε τη δική της αμπάριζα για να βγει στις αφιλόξενες στέπες της σκοτεινής εξορίας. Το φουτουριστικό σύμπαν του Φίλιπ Ντικ βρήκε στη σκηνοθετική ματιά του Ρίντλεϊ Σκοτ, την απόλυτη καταγραφή του και όλοι εκείνοι που θέλησαν να εκφράσουν την αποξένωση της «ρέπλικας» σε ένα κόσμο κορπορατισμού και ελέγχου, βρήκαν το κατάλληλο όχημα.

Μετά το «Βlade Runner» τίποτα δεν θα ήταν ίδιο στον πολιτισμό της Δύσης. Το ποστ πανκ και οι νεορομαντικοί κατέφευγαν σε γοτθικούς διαδρόμους για να προστατευτούν από τα απομεινάρια των γκρεμισμένων πολιτισμικών κουκουλιών τους και η αβάν γκαρντ όρθωνε το ανάστημά της απέναντι σε ένα mainstream σαχλό και εύκολο, που μάλλον πέθανε από τα τέλη της δεκαετίας του 70 αλλά αρνιόταν να το αποδεχτεί.

Το σκηνικό ήταν ιδανικό για να βρει τη θέση της η φουτουριστική νουάρ άποψη του Ρίντλεϊ Σκοτ και να μπουν στην ατζέντα της νέας κουλτούρας, θέματα όπως η τεχνολογική γενετική. Στον κόσμο του σινεμά, κάθε απόπειρα για φουτουριστική απεικόνιση οποιουδήποτε σεναρίου έφερε τη στάμπα της δημιουργίας του Σκοτ: το εφιαλτικό σκηνικό του «Βrazil» θα ήταν ελαφρώς διαφορετικό, αν η καλλιτεχνική διεύθυνση του Λόρενς Πολ στο «Βlade Runner» δεν είχε αυτή την απόλυτη επίδραση στην αισθητική του σινεμά και το «Μatrix» ή το «Εγώ, Το Ρομπότ» θα έμοιαζαν περισσότερο με βίντεο αν δεν είχαν δεχτεί αυτή την επιρροή. Το μέταλλο και το PCV, η κλειστοφοβική ατμόσφαιρα της νύχτας και τα άκαμπτα γαλανά βλέμματα ταυτίστηκαν με την απειλητική φουτουριστική αισθητική.

Το 1993, το «Βlade Runner» μπήκε στην Εθνικό Κινηματογραφικό Μητρώο των Η.Π.Α. και από τότε γίνεται συνέχεια αντικείμενο σπουδής σε πανεπιστήμια σε όλον τον κόσμο. Στη μουσική, το «Βlade Runner» άφησε ανεξίτηλο το στίγμα του όχι μόνο με τη συνεχή τροφοδοσία της στιχουργικής θεματολογίας, αλλά και με δάνεια από την αισθητική των ρεπλικών. Ο Γκάρι Νιούμαν που ήδη είχε ξεκινήσει από τα τέλη της δεκαετίας του 70 την περσόνα της ρέπλικας με μια σειρά άλμπουμ του («Replicas», «Τhe Pleasure Ρrinciple», «Τelekon») και τραγουδιών του («Αre Friends Εlectric?», «Μe: Ι Disconnect From Υou») έφτασε το 1983 να φωτογραφηθεί ακριβώς με την αισθητική του Ρούτγκερ Χάουερ για το εξώφυλλο του άλμπουμ του που ονόμασε «Warriors». Η Siouxsie, από πανκ μαινάδα, το 1984 φωτογραφήθηκε για το εξώφυλλο του άλμπουμ της «Α Kiss In The Dreamhouse» σαν την Πρις, το ρέπλικα μοντέλο ηδονής που ενσάρκωσε η Ντάριλ Χάνα. Οι αναφορές όμως στο «Βlade Runner» δεν περιορίζονται μόνο στο χώρο της ηλεκτρονικής μουσικής και του νέου, τότε, κύματος. Ο Ρίτσι Σακαμότο εμπνεύστηκε από το «Βlade Runner» τη σύνθεση «Replica» και στο «Βroadway Boogie - Woogie» χρησιμοποίησε αυτούσιες φωνές ηθοποιών από την ταινία. Το ίδιο έκαναν και οι UNKLE στο «Μain Title Τheme» όπου ακούγεται η φράση του Ρούτγκερ Χάουερ «Φλεγόμενοι οι άγγελοι πέφτουν... καίγονται στις φωτιές του Ορκ». Την ίδια ακριβώς φράση χρησιμοποίησαν και οι Biosphere στο «Fires Of Οrc» ενώ οι White Zombie δανείστηκαν το σλόγκαν της εταιρείας Ταϊρέλ, «Μore Human Than Ηuman» για να ονομάσουν ένα τραγούδι τους. Tyrell Corporation ονομάστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 90 κι ένα βρετανικό ντουέτο, εμπνευσμένο από την τρομακτική εταιρεία των επτακοσίων ορόφων στην ταινία, για να δώσουν ένα στίγμα στην πολιτικοποιημένη χορευτική μουσική τους.

Στο χώρο των ψηφιακών παιχνιδιών, το «Βlade Runner» έκανε πραγματική επανάσταση: η γλώσα Cityspeak, έχει χρησιμοποιηθεί πολλάκις σε πολλά cyber-παιχνίδια ρόλων και η αισθητική της ταινίας έχει διαποτίσει κάθε καρέ από τα «Rise Of The Dragon», «Snatcher», «Βeneath Α Steel Sky» και «Flashback: The Quest For Ιdentity». To Λος Αντζελες του 2019 είναι η βάση πάνω στην οποία οικοδομήθηκε και η πίστα Neo Tokyo από το παιχνίδι «Τime Splitters 2». Και όλα αυτά δεν είναι παρά ένα μικρό μέρος μιας αισθητικής κληρονομιάς που εξακολουθεί να γεννά μιμητές, απογόνους και ορκισμένους θαυμαστές. Και θα συνεχίσει πάντοτε να το κάνει.

 

MORE HUMAN ΤΗΑΝ HUMAN


O Ρουτγκερ Χαουερ θεωρεί ότι ο πιο αγαπημένος ρόλος της καριέρας του αποτελεί συνάμα και τον πραγματικό ήρωα του «Βlade Runner».

Οι άνθρωποι πιστεύουν ότι με τον καιρό ξεχνάς. Εγώ δεν είμαι έτσι. Μπορεί, καθώς μεγαλώνω, να λησμονώ αρκετά πράγματα που έχουν συμβεί στη ζωή μου, δεν ξεχνώ ποτέ ωστόσο τα πράγματα που αγαπώ πολύ. Και το «Βlade Runner» είναι ένα από αυτά τα πράγματα. Είχα μόλις πατήσει πόδι στα γυρίσματα έχοντας βιώσει μόλις πριν μια από τις χειρότερες εργασιακές εμπειρίες της ζωής μου. Είχα δουλέψει στο Παρίσι, σε μια φρικτή βιογραφία της Κοκό Σανέλ που λεγόταν «Chanel Solitaire», κάτω από τις οδηγίες ενός εκμεταλλευτή σκηνοθέτη που δεν σεβόταν τίποτα, πόσο μάλλον τους ηθοποιούς του. Αμέσως μετά, τύχαινε να προσγειωθώ σε μια απίστευτη εμπειρία που ονομαζόταν «Βlade Runner» για να αφεθώ στα χέρια ενός σκηνοθέτη που δεν είχε μόνο όραμα, αλλά και έναν εξαιρετικό τρόπο να συνεργάζεται με τους ηθοποιούς του. Μπορεί να σας φανεί βαρετό αυτό που θα πω αλλά οι πιο δυνατές εντυπώσεις που έχω ακόμη στο μυαλό μου από την ταινία είναι εκείνο το θέαμα των διακοσίων πενήντα κάτι ανθρώπων που δούλευαν γι αυτήν, στη διάρκεια ενός πεντάμηνου γυρίσματος που εκτυλισσόταν ως επί το πλείστον τη νύχτα. Και ήταν τόσο μαζικό το όλο πράγμα, τόσο αδιανόητο. Βλέποντας ξανά την ταινία, μου ήρθαν στο μυαλό σύντομα φλας από τις εμπειρίες εκείνων των ημερών: τις πέντε ώρες που έπαιρνε στους τεχνικούς προκειμένου να φωτίσουν μία μόνο σκηνή. Τον Ρίντλει να σταματά το γύρισμα επειδή είχε ζητήσει εκατό ποδήλατα για ένα πλάνο και δεν είχαν καταφθάσει αρκετά. Εκατό ποδήλατα να φτάνουν δυο ώρες μετά και να αραδιάζονται στο σκηνικό.

Με ρωτούν πολλοί για τον περίφημο μονόλογό μου στο φινάλε που συμβαίνει να είναι και η πιο αγαπημένη σκηνή πολλών θεατών. Γυρίσαμε τη σκηνή καθώς η ταινία όδευε προς την ολοκλήρωσή της, μετά από πέντε μήνες γυρισμάτων. Είχαν προηγηθεί οι θάνατοι των υπολοίπων ανθρωποειδών οι οποίοι ήταν δοσμένοι στην ταινία με τρόπο ηχηρό, έντονο. Για τον δικό μου θάνατο πρότεινα στον Ρίντλεϊ κάτι πιο χαμηλόφωνο, πιο ελεγειακό και εκείνος συμφώνησε αμέσως. Υπήρχε όμως στο σενάριο μια ολόκληρη σελίδα μονολόγου που υποτίθεται ότι έπρεπε να ξεστομίσει ο ήρωάς μου, λίγο πριν πεθάνει. Μου φάνηκε μακροσκελής και ανώφελος. Δεν μπορούσα να φανταστώ τον Ρόι να στέκεται στην βροχή, περιμένοντας τον θάνατό του και να μονολογεί χωρίς σταματημό. Γι αυτό τον λόγο κράτησα τις δυο γραμμές του σεναρίου που μου φάνηκαν περισσότερο ποιητικές, πιο μελαγχολικές. Και μετά πρόσθεσα μόνος μου τις τελευταίες προτάσεις που μου ήρθαν στο μυαλό αυθόρμητα: «όλες αυτές οι στιγμές θα χαθούν μέσα στον χρόνο, όπως τα δάκρυα στην βροχή». Αυτό ήταν.

Από όλους τους χαρακτήρες που έχω υποδυθεί στην ζωή μου, αγαπώ τον Ρόι περισσότερο. Ισως γιατί τον βλέπω όχι ως έναν κακό, αλλά ως τον πραγματικό ήρωα της ταινίας. Τον πιο ανθρώπινο και φιλοσοφημένο της χαρακτήρα. Υπάρχει μια γνήσια ρομαντική διάσταση μέσα του, κάτι που τόσο εγώ όσο και ο Ρίντλεϊ είχαμε συνειδητοποιήσει εξαρχής, αν και σε ελάχιστους θεατές έγινε κατανοητό κάτι τέτοιο. Είναι ένα ρομπότ που σβήνει θλιμμένο μέσα στη βροχή, έχοντας προηγουμένως χαρίσει τη ζωή στον αντίπαλό του.

Βλέποντας ξανά την ταινία με το ίδιο δέος, έχω να πω μόνο το εξής: είναι γεμάτη από υπέροχες ιδέες. Αναρωτιέται τι είναι πραγματικά αληθινό σε αυτή τη ζωή. Ισχυρίζεται πως δεν είμαστε τίποτα περισσότερο από τις αναμνήσεις μας. Παίρνεις τις αναμνήσεις μας μακριά και αυτομάτως χάνουμε κάθε μας ταυτότητα. Αυτό είναι μια υπέροχη σκέψη. Το «Βlade Runner» είναι, από την άλλη, μια ταινία που έχει γεννηθεί για τη μεγάλη οθόνη. Κάθε φορά που θα τύχει να τη δεις στο σινεμά, συνειδητοποιείς πόσα πολλά έχει να σου προσφέρει. Γιατί το μυστικό του μεγαλείου της βρίσκεται στις λεπτομέρειες.

 

«Καλύτερη ταινία φαντασίας των τελευταίων 25 ετών;»
Ο πρωταγωνιστής της, ΧΑΡΙΣΟΝ ΦΟΡΝΤ, έχει αντίθετη άποψη.

Παρ όλο που ο ρόλος του Ντέκαρντ συγκαταλέγεται ανάμεσα στις καλύτερες εμφανίσεις του ηθοποιού στην οθόνη, ο Χάρισον Φορντ εξακολουθούσε για χρόνια να μην κρύβει την δυσαρέσκειά του για τη διάσημη ταινία. Σε μια συνέντευξη που μας παραχώρησε παλιότερα, εξηγεί ακριβώς το γιατί: «Σέβομαι το γεγονός ότι υπάρχουν ένα σωρό άνθρωποι στους οποίους αρέσει η ταινία, αλλά εγώ προσωπικά δεν υπήρξα ποτέ θαυμαστής της. Καταρχάς πάντοτε πίστευα ότι υποδυόμουν έναν ντετέκτιβ που δεν είχε τίποτα ουσιαστικό να ερευνήσει. Ολα κι όλα άνοιγα τέσσερα συρτάρια και, συν τοις άλλοις, ήμουν αναγκασμένος να ηχογραφήσω κι αυτή τη γελοία αφήγηση off που τρύπωσε στην τελική εκδοχή του φιλμ. Οταν το πρώτο σενάριο που έφτασε για την ταινία υπολόγιζε αρχικά ένα voice over, θυμάμαι ότι είχαμε συζητήσει με τον Ρίντλεϊ να παραβλέψουμε την αφήγηση, προσθέτοντας τις πληροφορίες που περιέχονταν εκεί κατευθείαν σε μερικές έξτρα επεξηγηματικές σκηνές και επί τρεις εβδομάδες καθόμασταν στην κουζίνα του σπιτιού μου, εκείνος, ο σεναριογράφος κι εγώ, δουλεύοντάς τες. Οι υπεύθυνοι του στούντιο πίεσαν, όμως, τον Σκοτ να κάνει την πλοκή της ταινίας πιο απλή και κατανοητή στον μέσο θεατή.

Γι αυτό τον λόγο με προσέλαβαν να συμπληρώσω τη γελοία αφήγηση. Αναγκάστηκα να την εκφωνήσω ξανά και ξανά, αμέτρητες φορές και σε διαφορετικές βερσιόν, σε σημείο που έφτασα να τη μισήσω ακόμη περισσότερο από πριν. Δεν ήμουν ποτέ ιδιαίτερα ικανοποιημένος με την εμπειρία αυτής της ταινίας. Πώς θα μπορούσα άλλωστε, όταν άλλο πράγμα είχε στο μυαλό του ο Ρίντλεϊ και άλλο είχα εγώ; Πώς να ήξερα, όταν αρχίσαμε να συζητάμε το φιλμ, ότι εκείνος είχε κάποιο κρυφό σχέδιο και είχε αποφασίσει να μην το μοιραστεί μαζί μου; Είχαμε εξαρχής συμφωνήσει και οι δυο ότι ο χαρακτήρας μου στην ταινία θα είναι άνθρωπος. Αν αποφασίζαμε να τον κάνουμε ανδροειδές- και επιμένω σε αυτή μου την άποψη μέχρι σήμερα- δεν θα μπορούσε το κοινό να βρει κανένα σημείο ταύτισης μαζί του. Ο Ρίντλεϊ είχε διαφορετική, προφανώς, αντίληψη. Μετά από όλη αυτή την υπόθεση, νομίζω ότι αυτό που προέκυψε στο τέλος είναι μια εκθαμβωτική, αλλά στερημένη από οποιοδήποτε συναίσθημα ταινία, που δεν με συγκινεί καθόλου. Δεν λέω πως δεν θαυμάζω τη δουλειά του Ρίντλεϊ στην ταινία. Απλώς η συνεργασία μας δεν ήταν εξ ολοκλήρου ευτυχής. Υπήρξε διαφορά απόψεων».

Υ.Γ. Σε μια συνέντευξη που έδωσε στο αυγουστιάτικο τεύχος του περιοδικού Empire, ο Χάρισον Φορντ φαίνεται να έχει αναθεωρήσει εντελώς. Διότι σύμφωνα με λεγόμενά του, το «Βlade Runner» είναι μια εκπληκτική ταινία η οποία έτυχε να γυριστεί κάτω από ιδιαίτερα αντίξοες συνθήκες. Στον βαθμό που με αφορά, οφείλω να πω ότι είμαι πολύ περήφανος που συμμετείχα σε αυτήν.

«ΙVΕ SEEN THINGS YOU, HUMANS, WOULDNT believe»
Εχοντας μόλις ολοκληρώσει αυτό που θεωρεί ως την οριστική εκδοχή στην ταινία του, ο Ριντλει Σκοτ δέχεται να απαντήσει σε βασικά ερωτήματα που περιμέναμε 25 χρόνια για να του θέσουμε.

Γιατί φημολογείται ότι υπήρξε δύσκολος και απαιτητικός στα γυρίσματα;

Από την πρώτη στιγμή που ξεκίνησα να ασχολούμαι με το φιλμ είχα ένα πολύ σαφές όραμα στο μυαλό μου για το πώς ήθελα να μοιάζει. Το πρόβλημα ήταν ότι έπρεπε να μοιραστώ αυτό το όραμα με μια εκατοντάδα ανθρώπων στους οποίους χρειαζόταν να εξηγώ συνέχεια το παραμικρό. Η δουλειά του σκηνοθέτη προϋποθέτει έναν σωρό από δύσκολες παραμέτρους, μύριες υποχρεώσεις και αμέτρητα πράγματα που πρέπει να σκέφτεσαι και να διεκπεραιώνεις δίχως να ξοδεύεις πολύτιμο χρόνο. Φανταστείτε να χρειάζεται στο μέσο όλων αυτών να εξηγείς τα πάντα, μέχρι έσχατης λεπτομέρειας. Υπήρχαν, λοιπόν, εντάσεις γιατί συν τοις άλλοις ο χρόνος για μια τόσο φιλόδοξη ταινία ήταν εξ ορισμού περιορισμένος.

Γιατί προστέθηκε η συζητήσιμη αφήγηση στην αρχική βερσιόν της ταινίας;

Στη βιομηχανία του Χόλιγουντ, η γενική πρακτική είναι να τεστάρεις μια ταινία πριν την κυκλοφορήσεις. Με το που τελειώσαμε το «Βlade Runner», το υποβάλαμε σε κάποιες δοκιμαστικές προβολές. Πρέπει να ήταν στο Ντένβερ και στο Ντάλας, απ ότι θυμάμαι. Η ανταπόκριση του κοινού ήταν μουδιασμένη. Οι περισσότεροι ήταν προφανές ότι έβρισκαν την πλοκή λίγο δυσνόητη και δεν ένιωθαν ικανοποιημένοι από το φινάλε, στο οποίο ο Ντέκαρντ και η Ρέιτσελ εγκαταλείπουν βιαστικά το διαμέρισμα και μπαίνουν στο ασανσέρ. Υπήρχε, ωστόσο, και μια ατέλειωτη σειρά από ερωτήματα που είχαν οι παρευρισκόμενοι θεατές και που εμένα προσωπικά μου φαίνονταν εντελώς παράλογα. Ερωτήσεις όπως «γιατί βρέχει συνέχεια στην ταινία;», «γιατί είναι διαρκώς σκοτάδι;», «γιατί οι κακοί είναι συμπαθείς;». Πλήρης σύγχυση. Ως δημιουργός έχω μάθει να εμπιστεύομαι βασικά μόνο το όραμα και το ένστικτό μου. Το τι θα πουν οι θεατές, οι κριτικοί ή τα ανόητα ερωτηματολόγια των δοκιμαστικών προβολών δεν αφήνω να με επηρεάζουν. Επηρεάζουν, όμως, δυστυχώς τους παραγωγούς και τα στούντιο που υποστηρίζουν την ταινία σου. Μετά την παγερή αντίδραση που συναντήσαμε σε εκείνες τις προβολές, λοιπόν, θεωρήθηκε απαραίτητο να προσθέσουμε μια επεξηγηματική αφήγηση στο στόρι. Στο σημείο αυτό οφείλω να πω ότι, ασχέτως με τη γενικότερη αντίληψη που έχει επικρατήσει, εγώ ήμουν εξαρχής υπέρ της χρησιμοποίησης voice off στην ταινία. Οταν η αφήγηση είναι πετυχημένη, προσθέτει πάντοτε επιπλέον αρετές στο φιλμ που καλείται να υποστηρίξει. Πάρτε, αν θέλετε, για παράδειγμα πόσο εξαιρετική είναι η χρήση της αφήγησης στην «Αποκάλυψη Τώρα» ή πόσο λειτουργική αποδεικνύεται στην πλοκή των φιλμ νουάρ- στα οποία θεωρώ ότι χρωστά το «Βlade Runner». Η δική μας αφήγηση δεν απέβη, ωστόσο, επιτυχής. Ηταν υπερβολικά επεξηγηματική και αφαιρούσε αρκετή από τη μαγεία της ταινίας. Ο Χάρισον έβαλε τα δυνατά του για να τη βελτιώσει, προσπάθησε ξανά και ξανά. Δεν ήταν δικό του όμως το φταίξιμο. Ηταν πιο πολύ δικό μου, επειδή άφησα να περάσει στο τελικό φιλμ μια τόσο ελαττωματική αφήγηση. Στο σημείο, όμως, εκείνο δεν μου είχε απομείνει κουράγιο και διάθεση για να πειράξω το παραμικρό. Ημουν ήδη αρκετά εξαντλημένος με την εμπειρία της ταινίας και ένιωθα αδύναμος να πράξω οτιδήποτε παραπάνω γι αυτήν».

Γιατί η ταινία δεν άρεσε όταν κυκλοφόρησε πρώτη φορά στις αίθουσες;

Νομίζω ότι ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τις προσδοκίες που είχε ο κόσμος από μια περιπέτεια επιστημονικής φαντασίας με πρωταγωνιστή τον Χάρισον Φορντ. Οταν αυτό που προσφέρεις στους θεατές δεν είναι άλλος ένας «Πόλεμος Των Αστρων», δεν είναι οι νέοι «Κυνηγοί Της Χαμένης Κιβωτού» αλλά κάτι σαφώς πιο σκοτεινό, πιο ιδιόρρυθμο και πιο απαιτητικό, είναι λογικό να τους φέρνεις σε αμηχανία. Κι αυτό μάλλον συνέβη με εμάς. Γνώριζα από την πρώτη στιγμή που ολοκληρώσαμε το μοντάζ, εντούτοις, ότι είχα κάνει μια πολύ καλή ταινία και περίμενα από το κοινό να αισθανθεί το ίδιο. Οταν οι κριτικές και τα εισιτήρια απέβησαν άκρως απογοητευτικά, ομολογώ ότι πειράχτηκα πολύ.

Γιατί μια ακόμη εκδοχή στην ταινία, όταν έχει ήδη προηγηθεί ένα directors cut; Και πόσο οριστική είναι αυτή τη φορά η βερσιόν;

Αυτό που είδατε είναι σε μεγάλο βαθμό η αρχική εκδοχή του φιλμ, πριν τις αλλαγές που επέφεραν οι δοκιμαστικές προβολές. Και είναι η τελευταία μου κουβέντα για την ταινία. Η οριστική. Για πάντα. Σφραγισμένη σε ένα κουτί. Χωρίς την αφήγηση, χωρίς το λάθος φινάλε, χωρίς τα λάθη που αναγκαστήκαμε να διαπράξουμε, επειδή δεν είχαμε την τεχνολογική εξέλιξη τότε με το μέρος μας. Με τη βοήθεια της τωρινής τεχνολογίας μπορέσαμε πλέον να κάνουμε μια σειρά από διορθώσεις σε σκηνές που δεν μας είχε δοθεί η δυνατότητα να γυρίσουμε όπως επιθυμούσαμε εξαρχής. Λόγω των περιορισμένων οικονομικών μέσων που είχαμε τότε στη διάθεσή μας. Πολλά πράγματα που σήμερα θεωρούμε δεδομένο ότι γίνονται, στις αρχές της δεκαετίας του 80 απλούστατα δεν ήταν εφικτά. Σήμερα μπορούμε να τα πραγματοποιήσουμε στο λεπτό. Εκείνη την εποχή, όμως, δεν μπορούσαμε ούτε καν να φανταστούμε την υλοποίησή τους. Συμβαίνει όμως και κάτι άλλο. Θεώρησα υποχρέωσή μου να κλείσω δια παντός ένα κεφάλαιο στην καριέρα μου, το οποίο πίστευα μέχρι πρότινος ότι παρέμενε για χρόνια εκκρεμές.

Υπήρξε εξαρχής πρόθεση ο Ρικ Ντέκαρντ, ήρωας της ταινίας, να είναι επίσης ανδροειδές;

Ασφαλώς και υπήρξε. Αυτός είναι, άλλωστε, και ο λόγος για τον οποίο ο Γκαφ (Εντουαρντ Τζέιμς Ολμος), που βλέπουμε να ακολουθεί συνεχώς τον ήρωα σαν σκιά, αφήνει στο διαμέρισμά του ένα κομματάκι ασημένιο χαρτί σε σχήμα μονόκερου. Για να του δώσει να καταλάβει πως ξέρει για την πραγματική του ταυτότητα. Πως το όνειρο με τον μονόκερo που είδε νωρίτερα στο φιλμ ο Ντέκαρντ είναι εμφυτευμένη μνήμη, όμοια με εκείνη που η Ρέιτσελ (Σον Γιανγκ) του διηγούταν σε πρότερο σημείο της ταινίας. Ανέκαθεν πίστευα ότι η ειρωνεία του να είναι και ο πρωταγωνιστής ανδροειδές θα είχε απόλυτο νόημα στην ταινία. Αν ρωτήσετε τον Χάρισον Φορντ, βέβαια, θα σας πει ότι κάτι τέτοιο δεν εξυπηρετεί καμιά απολύτως παράμετρο της πλοκής. Αλλά αυτή φαίνεται ότι θα παραμείνει η μόνιμη διαφωνία μας.

 

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Blade Runner - Επιστροφή στο μέλλον
  • Blade Runner - Επιστροφή στο μέλλον
  • Blade Runner - Επιστροφή στο μέλλον
  • Blade Runner - Επιστροφή στο μέλλον
  • Blade Runner - Επιστροφή στο μέλλον
  • Blade Runner - Επιστροφή στο μέλλον
  • Blade Runner - Επιστροφή στο μέλλον